Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καίμιον
καίμιον, fowl
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καὶ εἰ
καὶ μέν
καὶ μήν
καί νύ κε
καὶ νῦν
καί ῥα
καί … γε
καὶ … γε
καὶ … δέ
καὶ … μέντοι
καιάδας
καίατα
Καιάφας
Καιδέκιος
κάϊδι
καιετάεις
καιέτας
καιετός
Καιήτη
καἴκα
καικίας
Καικιλία
Καικίλιος
Καικίνας
Καικῖνος
Κάϊκος
Κάικος
Καίλιος λόφος
καιλοῖα
Καιμάρων
καίμιον
Καίμις
Καίν
Καιναί
Καινάμ
Καινείδης
Καινεΐδης
Καινεύς
καινέω
Καινή
Καινήπολις
καινία
καινίζω
καινίς
καίνισις
καίνισμα
καινισμός
καινιστής
καινίτα
καινίτης
καινογραφής
καινόγραφος
καινοδοξέω
καινόδοξος
καινοειδής
Καινοί
καινόκουφον
καινόλεκτος
καινολογέω
καινολογία
καινολόγος
…
καίμιον
Save
καίμιον, fowl
LSJ
καίμιον, τό,
fowl,
POxy.
1656.14 (iv/v A. D.). (Coptic
ġaime.
)
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}