καινίτα Save LSJ Pape καινίτα· ἀδελφή, and καινίτας· ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφάς, Hsch. (For καἱνίτα, -ίτας, i. e. κασιγνήτα, -ήτας.) καινίτα, ἡ, nach Hesych. Schwester.