καίνισις
καίνισις, renovation
καίν-ισις, εως, ἡ,
- renovation, ἡ τῶν πατρίων κ. καὶ μεταβολή J. AJ 18.1.1; v.l. for -ωσις in Ph. 2.45.
καίνισις, ἡ, = καινισμός, Sp.