About Report a problem

Menu

καββάλλω

καββάλλω, Aeol. for καταβάλλω, Alc. 343; κάββαλε, Ep. for κατέβαλε, aor.2 of καταβάλλω:—also κάβαλεν· κατέβαλεν, Hsch.

Saved

Recent