Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καβιτᾶς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καβαλλάτιον
καβάλλειον
καβάλλης
κάβαξ
Κάβαρνοι
Κάβαρνος
κάβασα
κάβασι
καβάτας
καββαίνω
κάββαλε
καββαλικός
καββάλλω
Καββαλοῦσα
καββάς
καββασία
καββιόρνους
κάββλημα
κάβειος
Κάβειρα
Κάβειροι
Κάβειρος
Καβειρώ
Καβηλέες
κάβηξ
Καβησόθεν
Καβησός
καβιδάριος
καβιόθυρα
Καβίριχος
καβιτᾶς
καβλέει
καβολά
κάβος
Καβύη
Καβύλη
κάγ
κὰγ γόνυ
κἀγαθός
καγγαίνω
καγγελλωτή
καγκαίνω
καγκαλέος
κάγκαμον
καγκανέος
κάγκανον
κάγκανος
καγκελλάριος
κάγκελλος
καγκελλωτός
καγκελοειδῶς
κάγκελον
κάγκελος
καγκελωτός
καγκές
καγκλάζω
καγκύλη
κάγκω
καγχάζω
καγχαλάω
καγχαλίζομαι
…
καβιτᾶς
Save
LSJ
καβιτᾶς, ὁ, dub. sens. (apptly. a nomen agentis),
PLond.
1821.368.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}