καλαυρόπιον Save LSJ Bailly 2024 Pape κᾰλαυρόπιον, τό, Dim. of καλαῦροψ, Artem. 4.72. καλαυρόπιον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. du suiv. Artém. 4, 72. καλαυρόπιον, τό, dim. von καλαῦροψ, Artemid. 4.72.