Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάλαφος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καλαμώδης
καλαμών
καλαμωτή
καλάνδαι
καλανδικά
καλάνδρα
κάλανδρα
κάλανδρος
καλάνι
Κάλανος
Καλαντίαι
καλαντίων
Καλαοίδια
καλαπόδιον
καλάπους
καλαρῖνες
κάλαρις
καλαρρυγαί
Καλασίριες
καλάσιρις
Καλάσιρις
καλασίριτα
Καλατία
Καλατίαι
καλαυνεῖ
Καλαύρεια
καλαυρῖτις λιθάργυρος
καλαυρόπιον
καλαυρόφις
καλαῦροψ
κάλαφος
καλβάτεινος
Καλβία
Καλβῖνος
Κάλβις
Καλβίσιος
Κάλβος
καλέα
καλέας
καλέεσκον
καλειάς
καλέοισι
καλεσάνδρα
κάλεσις
καλεσίχορος
καλέσκετο
καλεσσίχορος
καλεστής
καλεστός
καλεύειν
καλεῦντες
καλέω
κάλη
Καλὴ ἀκτή
καλήγιον
καλήζω
καλήμεναι
καλήμερος
κάλημι
Καληνός
Κάληξ
…
κάλαφος
Save
LSJ
κάλαφος, ὁ,
= ἀσκάλαφος (Magnesia),
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}