καλεστής
κᾰλεστής, οῦ, ὁ,
- gloss on κλητήρ, Sch.rec. A. Th. 574: κᾰλεστός, ή, όν, = κλητός, Gloss.
καλεστής, ὁ, Erkl. von κλητήρ, Schol. Aesch. Spt. 580.