About
Menu

καλεύειν

καλεύειν· λιθοβολεῖν, Hsch. (κα- for κατα-). καλέχες· κατάκεισο (Paph.), Id. (cf. foreg. and λέχομαι). κάληβος,
  • = κάβηλος, Id. καλημνεῖ· καλεῖ σαφῶς, Id.

Saved

Recent