καλήμερος
καλήμερος, with fortunate days
κᾰλήμερος, ον,
- bringing a fair day (opp. κακήμερος), AP 9.508 (Pall.); καλήμερε, χαῖρε Mim.Oxy. 413.67.
καλ·ήμερος, ος, ον [ᾰ] qui a des jours heureux ou un jour de bonheur, Anth. 9, 508.
Étym. καλός, ἡμέρα.
καλήμερος, der einen guten Tag hat, Pallad. 143 (IX.508).
καλήμερος
κᾰλ-ήμερος, ον
ἡμέρα
- with fortunate days, Anth.