καστόριαι Save Bailly 2024 Pape καστόριαι, ῶν (αἱ) s. e. κύνες, Xén. Cyn. 3, 1, chiennes de chasse laconiennes. Étym. Κάστωρ. καστόριαι, αἱ, = καστορίδες, Xen. Cyn. 3.1.