καστορνῦσα
καστορνῦσα, Ep. for καταστορνῦσα, v. καταστόρνυμι.
καστορνῦσα, v. καταστόρνυμι.
καστορνῦσα, ep. = καταστορνῦσα, Od. 17.32.
καστορνῦσα
contr. fem. pres. pple. See καταστορέννυμι.
καστορνῦσα : see καταστορέννυμι.