Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κασωτός
κασωτός, thick
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Καστνία
κάστον
κἀστόν
Καστόρειος
καστόρειος
καστόριαι
καστορίδες
καστορίζω
καστόριον
καστόριος
καστορίς
καστόρνυμι
καστορνῦσα
Κάστος
κάστρον
Καστωλός
Καστωλοῦ πεδίον
Κάστωρ
κάστωρ
κἀστ’
κασύας
Κασύστης
κασύτας
κάσχεθε
κασωρεῖον
κασωρεύω
κασωρικός
κασωρίς
κασωρίτης
κασωρῖτις
κασωτός
κάτ
κὰτ τάδε
κατά
κᾆτα
κάτα
κατα
κατάβα
καταβάδην
καταβαθμός
καταβαίνω
καταβακχεύω
καταβακχιόομαι
καταβάλλω
καταβαπτέον
καταβαπτίζω
καταβαπτισμός
καταβαπτιστής
καταβάπτω
καταβαρβαρόω
καταβαρέω
καταβαρής
καταβάρησις
καταβαρύνω
κατάβαρυς
καταβάς
καταβασανίζω
καταβασία
καταβάσιον
καταβάσιος
κατάβασις
…
κασωτός
Save
κασωτός, thick
LSJ
κασωτός, ή, όν, (κασῆς)
thick,
ἐσθῆτες,
opp.
στρεπταί,
Diog.Oen.
10.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}