κασωρίτης
κασωρίτης, fornicator
κᾰσωρ-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- fornicator, St. Byz.
κασωρίτης, ου (ὁ) [ᾰ] prostitué, E. Byz. vo κασώριον.
Étym. cf. le suiv.
κασωρίτης, der Hurer.
κασωρίτης, fornicator