κατέγκειμαι Save LSJ Bailly 2024 Pape κατέγ-κειμαι, v.l. for κάτω ἔγκ., Hp. Mul. 2.137. κατ·έγκειμαι, c. ἐγκείμαι, Hpc. 654, 36 dout. κατέγκειμαι, (κεῖμαι), darauf liegen, dringend anliegen, Hippocr., zw.