κατεγνυπωμένως Save LSJ Bailly 2024 Pape κατεγνῡπωμένως, Adv., v. καταγνυπόομαι. κατεγνυπωμένως, adv. lâchement, Mén. (Phot. Bibl. p. 146, 7). Étym. part. pf. pass. de καταγνυπόω. κατεγνυπωμένως, feig, Menand. bei Phot. Vgl. καταγνυπόω.