καταψυχραίνω
κατα-ψυχραίνω,
- gloss on σβέννυμι, Sch. Opp. H. 2.76.
καταψυχραίνω [ῡ] refroidir, Moschion Mul. pass. 93, p. 43, l. 21 ; 126, p. 83, l. 9.
Étym. κατάψυχρος.
καταψυχραίνω, [ῡ], = καταψύχω, Sp.