καταψοφέω
καταψοφέω, make a loud noise
καταψοφέω,
- make a loud noise, θεὸς κ. βρονταῖς J. AJ 6.2.2.
κατα·ψοφέω-ῶ, faire retentir, acc. Clém. 301.
καταψοφέω, mit Geräusch erfüllen, durchtönen, τὰς ἐκκλησίας Clem.Al.