κερωνία
κερωνία, ceraunia
κερωνία, ἡ,
- Ion. for κερατωνία, Thphr. HP 4.2.4, cf. 1.11.2; ceraunia, Plin. HN 13.59.
κερωνία, ας (ἡ) caroubier, arbre, Th. H.P. 4, 2, 4, ion. c. κερατέα.
Étym. cf. κερατωνία.
κερωνία, ἡ, = κερατέα, κερατωνία, Theophr.