κερχώδης
κερχώδης, horn-blower
κερχώδης,
- v. κερχνώδης II. κερῳδός, ὁ, horn-blower, Gloss.
κερχώδης, ης, ες, c. le préc. Gal.
Étym. κερχάω, -ωδης.
κερχώδης, ες, = κερχνώδης, Galen.