κεφαλοκρούστης
κεφᾰλο-κρούστης, ου, ὁ,
- = κρανοκολάπτης, Sch. Nic. Th. 763.
κεφαλο·κρούστης, ου (ὁ) [ᾰ] sorte de tarentule qui mord à la tête, Sch.-Nic. Th. 763.
Étym. κεφαλή, κρούω.
κεφαλοκρούστης, ὁ, den Kopf stechend, eine Art Phalangium, Schol. Nic. Ther. 764, sonst κρανοκολάπτης.