κεφαλόδεσμος
κεφαλόδεσμος, head-band
κεφᾰλό-δεσμος, ὁ,
- head-band, Sch. A. Supp. 121:—Dim. κεφᾰλο-δέσμιον, τό, Sch. Il. 14.184.
κεφαλόδεσμος, ὁ, Kopfbinde, Kopfband, Schol. Aesch. Suppl. 115.