Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κεφαλόμακτρον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κεφαλικῶς
κεφαλίνη
κεφαλῖνος
κεφάλιον
κεφαλιόω
κεφαλίς
κεφαλισμός
κεφαλίτης
κεφαλιτοπαραμήκης
κεφαλιῶται
Κεφαλλάνιος
Κεφαλλήν
Κεφαλλῆνες
Κεφαλληνία
Κεφαλληνιακός
Κεφαλλήνιος
Κεφαλληνίς
κεφαλοβαρής
κεφαλόβρωτος
κεφαλοδέσμιον
κεφαλόδεσμον
κεφαλόδεσμος
κεφαλοειδής
κεφαλόθλαστον
κεφαλόθλαστος
Κεφαλοίδιον
κεφαλόκλαστα
κεφαλοκλάστης
κεφαλοκλινέω
κεφαλοκρούστης
κεφαλόμακτρον
κεφαλοποιητικός
κεφαλόπους
κεφαλόρριζος
κέφαλος
Κέφαλος
κεφαλοτομέω
κεφαλοτόμος
κεφαλοτρύπανον
κεφαλουργός
κεφαλώδης
κεφάλωμα
κεφαλών
Κεφάλων
κεφαλωτός
κεχαλασμένως
κέχανδα
κεχάνδει
κεχαρη
κεχάρηκα
κεχαρηότα
κεχαρησέμεν
κεχαρισμένος
κεχαρισμένως
κεχαριτωμένως
κεχαρμένος
κεχάροντο
κεχην
κέχηνα
Κεχηναῖοι
κεχηνότα
…
κεφαλόμακτρον
Save
Pape
κεφαλόμακτρον
, τό,
ein Tuch, den Kopf abzutrocknen
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}