κιθαρισμός
κιθαρισμός, playing the cithara
κῐθαρ-ισμός, ὁ,
- = κιθάρισις, Call. Del. 312.
κιθαρισμός, οῦ (ὁ) [ῐᾰ] c. κιθάρισις, Call. Del. 312.
κιθαρισμός, ὁ, = κιθάρισις, Callim. Del. 312.
κιθαρισμός, playing the cithara