Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κίδναι
κίδναι, roasted barley
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κιβύρα
κίβυσις
κιβώριον
κιβωτάριον
κιβωτίδιον
κιβώτιον
κιβωτοειδής
κιβωτοποιός
κιβωτός
Κιγγώνιος
Κιγδαδάτας
κίγκαλος
κίγκασος
κιγκλίζω
κιγκλίς
κίγκλισις
κιγκλισμός
κιγκλοβάτης
κίγκλος
κιγκράμας
κιγκράω
κίγκρημι
κιγχάνω
Κιδαλία
κίδαλον
κίδαρις
κιδαφεύω
κιδάφη
κιδάφιος
κίδαφος
κίδναι
κίδναμαι
κίδνη
κίδνημι
κιδνόν
κιδνός
κιείνησις
κιέλλη
Κιεριεύς
Κιθαιρών
Κιθαιρώνειος
Κιθαιρώνιος
Κιθαιρωνίς
κιθάρα
κιθαραοιδός
κιθάρη
κιθαρηφόρος
κιθαρίζω
κιθάριον
κίθαρις
κιθάρισις
κιθάρισμα
κιθαρισμός
κιθαριστέον
κιθαριστήριος
κιθαριστής
κιθαριστικός
κιθαριστικῶς
κιθαρίστρια
κιθαριστρίς
κιθαριστύς
…
κίδναι
Save
κίδναι, roasted barley
LSJ
κίδναι, αἱ,
roasted barley,
Hsch.
(fort.
κίδραι
= τὰ χίδρα).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}