κιναιδεύομαι
κιναιδεύομαι, to be a κίναιδος
κῐναιδ-εύομαι,
- to be a κίναιδος, Sch. Luc. JTr. 8.
κιναιδεύομαι, = κιναιδίζομαι, Schol. Luc. Iov. trag. 8.
κιναιδεύομαι, to be a κίναιδος