Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κινδάπτω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κίναθος
κιναιδεία
κιναιδεύομαι
κιναιδία
κιναιδιαῖος
κιναιδίας
κιναιδίζομαι
κιναιδίζω
κιναίδιον
κιναίδισμα
κιναιδογράφος
κιναιδολογέω
κιναιδολογία
κιναιδολόγος
κίναιδος
κιναιδώδης
κιναιδῶς
κινάκη
κινάκης
κίναμον
κινάμωμον
κινάρα
κιναρεών
κιναρηφάγος
Κίναρος
κιναρύζεσθαι
κιναρύζομαι
κιναχύρα
κίνδαλος
κίνδαξ
κινδάπτω
κίνδαφος
κινδαψός
κίνδος
Κινδυεύς
Κινδύη
κίνδυν
κινδύνευμα
κινδυνευτέον
κινδυνευτέος
κινδυνευτής
κινδυνευτικός
κινδυνεύω
κίνδυνος
κινδυνώδης
κινδυνωδῶς
Κινέας
κίνερμοι
Κινέσων
κινέω
κινηθμός
κίνηθρον
κίνημα
Κινησίας
κινησίγαιος
κινησίπολος
κίνησις
κινησιφόρος
κινησίφυλλος
κινησίχθων
κινητέος
…
κινδάπτω
Save
LSJ
*κινδάπτω, aor.
ἐκίνδαψεν· ἔψηλεν,
Hsch.
;
ἐκινδάψα(σ)κεν· ὑπέψηλεν,
Id.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}