κλειτοριάζω
κλειτοριάζω, touch the clitoris
κλειτορ-ιάζω,
- touch the κλειτορίς, Ruf. Onom. 111, Hsch., Suid.:— also κλειτορ-ίζω, v.l. in Poll. 2.174.
κλειτοριάζω, die κλειτορίς berühren, EM. 590.15.