κλεῖτος
κλεῖτος, [fame > κλέος]
κλεῖτος2, [cliff, also κλῖτος, κλειτύς]
κλεῖτος (A), εος, τό,
- poet. for κλέος, Alcm. 96, cf. Hsch. s.v. κλειτή; κλῆτος, Suid.
κλεῖτος (B), εος, τό,
- = sq., pl. κλείτεα A.R. 1.599 cod. Laur. (v.l. κλίτεα): elsewh. κλίτος (q.v.).
κλεῖτος, εος-ους (τὸ) gloire, Alcm. 91.
Étym. κλέος.
κλεῖτος, τό, Ruhm, Alcm. fr. 85 Bergk.