About Report a problem

Menu

κλεῖτος

κλεῖτος, [fame > κλέος]

κλεῖτος2, [cliff, also κλῖτος, κλειτύς]

κλεῖτος (A), εος, τό,
  • poet. for κλέος, Alcm. 96, cf. Hsch. s.v. κλειτή; κλῆτος, Suid.
κλεῖτος (B), εος, τό,
  • = sq., pl. κλείτεα A.R. 1.599 cod. Laur. (v.l. κλίτεα): elsewh. κλίτος (q.v.).

Saved

Recent