Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοράκειον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοπρώδης
κοπρών
κοπρώνης
κοπρώνυμος
κόπρωσις
κοπτάριον
κοπτέον
κοπτή
κόπτη
κοπτήριον
κοπτικός
Κοπτίτης
κοπτόν
κοπτοπλακοῦς
κοπτόραν
κοπτός
Κοπτός
κοπτούρα
κοπτουργία
κόπτρα
κόπτω
Κοπτώ
κοπώδης
Κοπώνιος
κόπωσις
Κόρα
κόρα
Κοραγεῖν
κοραγέω
κοραῖος
κοράκειον
κοράκειος
κορακεύομαι
κορακεύς
κοράκεων
κοράκεως
κορακησία
κορακήσιον
Κορακήσιον
κορακιαί
κορακίας
κορακίδιον
κορακικῶς
κορακινίδιον
κορακινίς
κοράκινος
κορακῖνος
κοράκιον
κορακίσκος
κορακιστί
Κορακίωνες
κορακοειδής
κόρακοι
κόρακος
Κόρακος
κορακόω
κορακώδης
κοράλιον
κοραλλίζω
κοραλλικός
κοράλλιον
…
κοράκειον
Save
LSJ
κοράκ-ειον [
ᾰ
], τό,
= κορώνεως, Sch.
Ar.
Pax
627.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}