Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κορακησία
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοπτέον
κοπτή
κόπτη
κοπτήριον
κοπτικός
Κοπτίτης
κοπτόν
κοπτοπλακοῦς
κοπτόραν
κοπτός
Κοπτός
κοπτούρα
κοπτουργία
κόπτρα
κόπτω
Κοπτώ
κοπώδης
Κοπώνιος
κόπωσις
Κόρα
κόρα
Κοραγεῖν
κοραγέω
κοραῖος
κοράκειον
κοράκειος
κορακεύομαι
κορακεύς
κοράκεων
κοράκεως
κορακησία
κορακήσιον
Κορακήσιον
κορακιαί
κορακίας
κορακίδιον
κορακικῶς
κορακινίδιον
κορακινίς
κοράκινος
κορακῖνος
κοράκιον
κορακίσκος
κορακιστί
Κορακίωνες
κορακοειδής
κόρακοι
κόρακος
Κόρακος
κορακόω
κορακώδης
κοράλιον
κοραλλίζω
κοραλλικός
κοράλλιον
κοραλλιοπλάστης
κόραλλος
κόραξ
Κόραξ
κόραξε
κοραξικός
…
κορακησία
Save
LSJ
κορακ-ησία, ἡ, name of a herb,
Pythag.
ap.
Plin.
HN
24.156.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}