κοσκινόγυρος Save LSJ Pape κοσκῐνό-γῡρος, ὁ, = τηλία, Sch. Ar. Pl. 1038. κοσκινόγυρος, [ῡ], ὁ, = τηλία, Schol. Ar. Plut. 1038.