κρηνίδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape κρην-ίδιον, τό, Dim. of κρήνη, Arist. Mir. 841b9, Antig. Mir. 142, etc. κρηνίδιον, ου (τὸ) [ῑδ] dim. de κρηνίς, Arstt. Mir. 117. κρηνίδιον, τό, = κρηνίς, Arist. mirab.ausc. 117.