κρηπιδουργός Save LSJ Bailly 2024 Pape κρηπῑδ-ουργός, οῦ, ὁ, = foreg., Din. Fr. 89.20. κρηπιδουργός, οῦ (ὁ) [ῑ] cordonnier, Din. (Poll. 7, 183). Étym. κρηπίς, ἔργον. κρηπιδουργός, [ῑ], ὁ, = κρηπιδοποιός ; Dinarch. bei Poll. 7.183.