κρισσώδης
κρισσ-ώδης, ες,
- Att. for κιρσώδης, Gal. 19.123, Hsch. s.v. βδαλοί (κροσσ- cod.).
κρισσώδης, ης, ες, c. κιρσώδης, Gal. 19, 123.
κρισσώδης, ες, att. = κιρσώδης, Galen.