Κρισαῖος
Κρισαῖος, of Crisa
Κρισαῖος, α, ον, de Krisa, Hh. Ap. 446 ; Hdt. 8, 32 ; Thc. 1, 107, etc.
Étym. Κρῖσα.
Κρῐσαῑος
- 1of Krisa Κρισαῖον λόφον ἄμειψεν ἐν κοιλόπεδον νάπος θεοῦ sc. charioteer Karrhotos P. 5.37 ἅρματι νίκαν Κρισαίαις ἐνὶ πτυχαῖς ἀπαγγελεῖ P. 6.18