κριόμορφος
κριόμορφος, ramformed
κρῑό-μορφος, ον,
- ram-formed, Sch.rec. A.R. 1.256.
κριόμορφος, [ῑ], wie ein Widder gestaltet, ναῦς, Schol. Paris. Ap.Rh. 1.256.
κριόμορφος, ramformed