κρυφιογνώστης Save Bailly 2024 Pape κρυφιο·γνώστης, ου (ὁ) [ῠ] qui connaît les choses ou les pensées cachées, Chrys. 7, 244. Étym. κρύφιος, γιγνώσκω. κρυφιογνώστης, ὁ, = κρυφιαστής, Sp.