κρυσταλλώδης
κρυσταλλώδης, icy, glacial
κρυσταλλώδης, ες,
- icy, glacial, Ptol. Tetr. 94, D.C. 49.31; of water, clear, PHolm. 25.33.
κρυσταλλώδης, ης, ες, c. κρυσταλλοειδής, Str. 4, 6, 6 Kram. ; DC. 49, 31 ; Diosc. 5, 160.
Étym. κρ. -ωδης.
κρυσταλλώδης, ες, = κρυσταλλοειδής, DC. 49.31 u. a.Sp.