κρυφᾷ
κρυφ-ᾷ, Adv. Dor. for κρυφῇ, Pi. O. 1.47, Fr. 203.
κρυφᾷ, v. κρυφῇ.
κρυφᾷ, dor. = κρυφῆ, heimlich ; ἔννεπέ τις Pind. Ol. 1.47.
κρῠφᾱ
- 1secretly ἔννεπε κρυφᾷ τις O. 1.47 νεκρὸν ἵππον στυγέοισιν λόγῳ κείμενον ἐν φάει, κρυφᾷ δὲ σκολιαῖς γένυσσιν ἀνδέροντι (Boeckh: κρύφα codd.) fr. 203. 2.
κρυφᾷ
Doric for κρυφῇ, Pind.