κυβερνητήρ
κυβερνητήρ, steersman, pilot
κῠβερν-ητήρ, Dor. κῠβερν-ᾱτήρ, ῆρος, ὁ,
- = κυβερνήτης, Od. 8.557, etc.: metaph., Pi. P. 4.274: as Adj., κ. χαλινός Opp. C. 1.96.
κυβερνητήρ, ῆρος (ὁ) [ῠ] c. κυβερνήτης, Od. 8, 557 ; fig. Pd. P. 4, 488 ||
➳ Dor. κυβερνατήρ [ᾱ] Pd. l. c. etc.
Étym. κυβερνάω.
κυβερνητήρ, ῆρος, ὁ, = κυβερνήτης, der Steuermann ; Od. 8.557 ; Pind. I. 3.89, in dor. Form κυβερνατήρ ; sp.D., wie Ap.Rh. 2.72 ; Maneth. 4.398. – Adj., κυβερνητῆρα χαλινὸν ἵππων Opp. Cyn. 1.96.
κυβερνητήρ
-ῆρος, ὁ.
[As κυβερνήτης.]
= κυβερνήτης. : οὐ φαιήκεσσι κυβερνητῆρες ἔασιν Od. 8.557.
For Pindar, see also: κυβερνατήρ
κυβερνητήρ
κῠβερνητήρ, ῆρος,
= κυβερνήτης, Od.: metaph., Pind.