κυβερνήτειρα
κῠβερν-ήτειρα, ἡ,
- fem. of κυβερνητήρ, τύχη AP 10.65 (Pall.), cf. Nonn. D. 1.89.
κυβερνήτειρα, ας [ῠ] adj. f. de κυβερνητήρ, Anth. 10, 65 ; Nonn. D. 1, 88.
κυβερνήτειρα, ἡ, fem. zu κυβερνητήρ ; τύχη βιότοιο Pallad. 104 (X.65); Nonn. auch adj., κυβ. παλάμη λοχείης D. 9.5.
κυβερνήτειρα
κῡβερνήτειρα, ἡ,
fem. of κῡβερνητήρ, Anth.