Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυβεύτρια
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κυβελήϊος
Κυβεληΐς
κυβέλιον
Κύβελον
κυβεπίκυβος
κυβερνα
κυβέρνασις
κυβερνάτας
κυβερνατήρ
κυβερνάω
κυβερνήσια
κυβέρνησις
κυβερνήτειρα
κυβερνητέον
κυβερνητήρ
κυβερνητήριος
κυβερνήτης
κυβερνητικός
κυβερνητικῶς
κυβερνῆτις
κυβέρνιον
Κυβερνίσκος
κυβερνισμός
κύβερνος
κυβέρτιον
κύβετρον
κύβευμα
κυβευτήριον
κυβευτής
κυβευτικός
κυβεύτρια
κυβεύω
κυβεών
κύβη
κυβηβάω
Κυβήβη
κύβηβος
Κυβήλη
κυβηλίζω
κυβηλικός
κύβηλις
Κυβηλίς
Κυβηλιστής
κυβηλιστής
κύβηνα
κυβήριον
κύβης
κυβησίνδα
κύβησις
κυβία
κυβιάριον
κυβίζω
κυβικός
κυβικῶς
κύβιον
κυβιοσάκτης
Κύβισθος
κυβισίς
κύβισις
κυβισμός
κυβιστάω
…
κυβεύτρια
Save
Pape
κυβεύτρια
, ἡ, fem. zu κυβευτής, Poll. 7.203.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}