Κυβήβη Save LSJ Bailly 2024 Middle Liddell Κῠβήβη, ἡ, = Κυβέλη (q.v.). II an Arcadian boot, Hsch. Κυβήβη, ης (ἡ) c. Κυβέλη, Hdt. 5, 102 || ➳ Dor. Κυβήβα, Anacr. 54. Κυβήβη Κῠβήβη, ἡ, = Κυβέλη, q. v.