Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυκλατός
κυκλατός, shod
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυΐσκω
κυῖτις
κυκαίνω
κυκάν
κυκανάω
κυκάω
κυκεία
κυκειῶ
κυκέω
κυκεῶ
κυκεών
Κύκη
κυκηθμός
κυκήθρα
κύκηθρον
κύκημα
κύκησις
κυκησίτεφρος
κυκησμός
κυκητής
κύκκαρος
κύκλα
Κυκλάδες
κυκλάζω
κυκλαίνω
κυκλάμινον
κυκλάμινος
κυκλαμίς
κυκλάνεμον
κυκλάς
κυκλατός
Κυκλειών
κύκλευμα
Κυκλεύς
κυκλευτήριον
κυκλευτής
κυκλεύω
κυκλέω
κυκληδόν
κύκλησις
κυκλιαῖος
κυκλιακά
κυκλιακός
κυκλιάς
κυκλίζομαι
κυκλίζω
κυκλικός
κυκλικῶς
κυκλιοδιδάσκαλος
κύκλιος
κυκλίσκιον
κυκλίσκομαι
κυκλίσκος
κυκλισκωτός
κυκλισμός
κυκλίστρια
κυκλοβορέω
Κυκλοβορέω
Κυκλοβόρος
κυκλογάλων
κυκλογραφέω
…
κυκλατός
Save
κυκλατός, shod
LSJ
κυκλᾱτός, ή, όν,
shod,
of horses,
PMasp.
279.18 (vi A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}