Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυκλισκωτός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυκλάζω
κυκλαίνω
κυκλάμινον
κυκλάμινος
κυκλαμίς
κυκλάνεμον
κυκλάς
κυκλατός
Κυκλειών
κύκλευμα
Κυκλεύς
κυκλευτήριον
κυκλευτής
κυκλεύω
κυκλέω
κυκληδόν
κύκλησις
κυκλιαῖος
κυκλιακά
κυκλιακός
κυκλιάς
κυκλίζομαι
κυκλίζω
κυκλικός
κυκλικῶς
κυκλιοδιδάσκαλος
κύκλιος
κυκλίσκιον
κυκλίσκομαι
κυκλίσκος
κυκλισκωτός
κυκλισμός
κυκλίστρια
κυκλοβορέω
Κυκλοβορέω
Κυκλοβόρος
κυκλογάλων
κυκλογραφέω
κυκλογραφία
κυκλογράφος
κυκλοδίωκτος
κυκλοειδής
κυκλοειδῶς
κυκλόεις
κυκλοέλικτος
κυκλόθεν
κυκλόθι
κυκλομόλιβδος
κυκλομόλυβδος
κυκλοποιέομαι
κυκλοποιέω
κυκλοποιησάμενοι
κυκλοπορεία
κυκλοπορέω
κυκλοπορία
κυκλοπόρος
κύκλος
κυκλόσε
κυκλοσοβέω
κυκλοστρεφέομαι
κυκλοτερής
…
κυκλισκωτός
Save
LSJ
κυκλ-ισκωτός, ή, όν,
v.l. for κοιλισκωτός (q.v.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}