Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κυνοζεματῖτις
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κυνίσκη
κυνίσκος
Κυνίσκος
κυνισμός
κυνιστέον
κυνιστί
κυνίσφειλον
κυνκλέω
Κύννα
Κυνοβάλανοι
κυνοβάμων
κυνοβάτης
κυνοβλώψ
κυνοβορά
κυνοβοσκός
κυνόβρωτος
κυνογαμία
κυνογάμια
κυνόγλωσσον
κυνόγλωσσος
κυνογνώμων
κυνοδέσμη
κυνόδεσμος
κυνοδηκτικός
κυνόδηκτος
κυνόδους
κυνοδρομέω
κυνοδρομία
κυνόδων
κυνοειδής
κυνοζεματῖτις
κυνόζολον
κυνοθαρσής
κυνόθηρες
κυνοθρασής
κυνοθρασύς
κυνοκάρδαμον
κυνόκαυμα
κυνοκαύματα
κυνόκεντρον
κυνοκεφάλαιον
κυνοκεφάλειος
κυνοκεφαλίδιον
κυνοκεφάλιον
κυνοκεφαλιστί
κυνοκεφαλοειδής
κυνοκεφαλοκέρδων
κυνοκέφαλος
κυνοκλόπος
κυνοκνέφαλλος
κυνοκομέω
κυνοκοπέω
κυνοκόριον
κυνόκορον
κυνοκράμβη
κυνοκτονία
κυνοκτόνον
κυνοκτόνος
κυνολέσχης
κυνολογέω
κυνόλοφα
…
κυνοζεματῖτις
Save
Bailly 2024
κυν·οζεματῖτις,
ίτιδος
(
ἡ
) [
ῠᾰῑῐδ
] sorte de
κόνυζα,
Diosc.
3, 136
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}