κυνοκεφαλοειδής Save LSJ Bailly 2024 κῠνο-κεφᾰλοειδὴς πίθηκος, ὁ, = κυνοκέφαλος 2, Gal. 2.534. κυνοκεφαλο·ειδής, ής, ές [ῠᾰ] qui ressemble à un singe κυνοκέφαλος, Gal. 2, 534. Étym. κ. εἶδος.