κυνοκεφαλοκέρδων
κῠνο-κεφᾰλοκέρδων, ωνος, ὁ,
- = κυνοκέφαλος 2, PMag.Leid. W. 4.28.
ἔστιν δὲ ὁ ἐπὶ τῆς βάρεως φανεὶς συνανατέλλων κ.
el que aparece surgiendo conjuntamente sobre la barca es un zorro cinocéfalo