κυπρινέλαιον
κυπρῐνέλαιον, τό,
- = κύπρινον, Alex.Trall. 3.3.
κυπριν·έλαιον, ου (τὸ) [ῡῐ] huile ou parfum de cyprus, A. Tr. 3, p. 184.
Étym. κύπρινος, ἔλ.
κυπρινέλαιον, τό, = κύπρινον, sp. Medic.